ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ
δημοσιευμένο από τον : paris2 στην κατηγορία ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΑΣ
Ζούμε σ’ έναν κόσμο και σε μια εποχή, όπου ο βαθμός και η αίσθηση των αλλαγών είναι καταλυτικός. Η κοινωνία γίνεται όλο και περισσότερο ατομικιστική, οι οικογένειες αριθμούν λιγότερα μέλη κι έτσι η ικανότητα να σχετίζεσαι μ’ άλλους και να λειτουργείς κοινωνικά μέσα σε ομάδες, αποτελεί στόχο ζωτικής σημασίας που μπορεί να πραγματοποιηθεί, μέσα από εναλλακτικές διδακτικές προσεγγίσεις.
Πολλοί μαθητές και μαθήτριές μας έχουν ειδικές ανάγκες, είτε αυτές είναι σωματικές, είτε συναισθηματικές, είτε αναπτυξιακές και πολλά είναι απλά, παιδιά που δεν τα καταφέρνουν καλά στις σχολικές τάξεις και χρειάζονται μια πιο ενεργή, πολυλειτουργική και νέα διδακτική στρατηγική.
Η εκπαίδευση στις μέρες μας, πρέπει να στοχεύει στην αύξηση της κατανόησης, των ποικίλων διαφορετικών κόσμων που μας περιβάλλουν, το φυσικό, το βιολογικό, τον κόσμο των ανθρώπινων όντων, των ανθρώπινων τεχνουργημάτων και τον κόσμο του εσωτερικού γίγνεσθαι του καθενός από εμάς.
Είναι ένα κοινά αποδεκτό «κλισέ»: θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά μας να σκέφτονται, αλλά το να σκέπτεσαι σε οποιοδήποτε επίπεδο απλότητας ή πολυπλοκότητας, απαιτεί την ανάπτυξη και εξάσκηση τριών ανεξάρτητων κατηγοριών ικανοτήτων: τη λύση προβλημάτων, της επικοινωνίας και της αυτογνωσίας. Αυτές οι δεξιότητες δεν μπορούν ν’ αποκτηθούν, όσα βιβλία κι αν διαβάσει κανείς, μπορούν όμως να διδαχτούν και να εξασκηθούν μέσα από μια διαδικασία αλληλεπίδρασης, έκφρασης της ατομικότητας και διαλόγου.
Οι τέχνες αποτελούν μια διαδικασία αλληλεπίδρασης, ένα παραγωγικό πεδίο για αναπτυξιακή ανάλυση, επειδή βρίσκονται ανάμεσα στην καθημερινή εμπειρία μας, από την οποία είναι δύσκολο να αποστασιοποιηθεί κάποιος και την επιστημονική πρακτική, η οποία γενικά αποφεύγει τις υποκειμενικές αξίες. Παρόλο που οι τέχνες, δεν είναι ο βασικός τρόπος ανάπτυξης, τείνουν στην ενσωμάτωση και την οργάνωση της εμπειρίας μ’ έναν πιο κατανοητό τρόπο.
Συναισθηματική νοημοσύνη
Μια σύγχρονη θεωρία γνωστική ψυχολογίας, είναι αυτή της πολλαπλής νοημοσύνης του Gardner. Ο Gardner καταγράφει και συστηματοποιεί στη θεωρία του, αυτό που λίγο πολύ αντιλαμβανόμαστε όλοι μας: ο καθένας έχει το μοναδικό του/της τρόπο να προσεγγίζει τη γνώση και τα πράγματα. Αλλού τα καταφέρνουμε καλύτερα, αλλού, όχι και τόσο καλά. Ο Gardner πήρε αυτή τη διαισθητική μας γνώση και την παρουσίασε με ένα σαφή, πειστικό και προσιτό τρόπο.Τα συμβατικά τεστ νοημοσύνης, κατά τον Gardner (1993), αδυνατούν να αποτιμήσουν με εγκυρότητα την πολυπλοκότητά της. Σύμφωνα μ’ αυτόν υπάρχουν δέκα τύποι νοημοσύνης:
1. Γλωσσική (Linguistic Intelligence)
2. Λογική/ μαθηματική (Logical/Mathematical Intelligence)
3. Μουσική (Musical Intelligence)
4. Χωρική (Spatial Intelligence)
5. Σωματική (Bodily Intelligence)
6. Διαπροσωπική (Interpersonal Intelligence)
7. Ενδοπροσωπική (Intrapersonal Intelligence)
8. Φυσιοκρατική (Naturalistic Intelligence)
9. Πνευματική (Spiritual Intelligence)
10. Υπαρξιακή (Existential Intelligence)![]()
Κάθε τύπος νοημοσύνης αποτελεί και ένα δρόμο, ένα διαδικαστικό μονοπάτι. Κάθε γνώση, κάθε αντικείμενο, μπορεί να κατακτηθεί, μέσα από ένα αριθμό ειδών νοημοσύνης. Παρόλο που όλοι μας έχουμε σε κάποιο βαθμό, όλα τα είδη νοημοσύνης, διαφέρουμε στις δυνατότητες και τις αδυναμίες μας. Οι νοημοσύνες κατά τον Gardener κυρίαρχα κληρονομούνται, όμως σ’ ένα βαθμό που ο ίδιος δεν καθορίζει, καλλιεργούνται και μέσα από το περιβάλλον μας.
Η εκπαίδευση λειτουργεί περισσότερο αποτελεσματικά, αν λαμβάνονται υπόψη αυτές οι διαφορές, παρά αν αρνούμαστε ότι υπάρχουν και αγνοούνται. Οποιαδήποτε ομοιόμορφη και ενιαία εκπαιδευτική προσέγγιση, είναι πιθανότερο ότι απαντά σε ένα μικρό ποσοστό παιδιών.
Βασικοί τύποι νοημοσύνης για την επιτυχίας μας στη ζωή και στη μαθητική και επαγγελματική μας καριέρα είναι η ενδοπροσωπική και η διαπροσωπική νοημοσύνη, που ο Coleman τις αποκαλεί με μια λέξη συναισθηματική νοημοσύνη και ο Gardner προσωπικές νοημοσύνες.Για τον Gardner η διαπροσωπική νοημοσύνη αφορά τη δυνατότητα κάποιου να καταλαβαίνει τις προθέσεις, τα κίνητρα και τις επιθυμίες των άλλων και έτσι να συνεργάζεται αποτελεσματικά μ’ αυτούς. Η ενδοπροσωπική αφορά την ικανότητα να κατανοείς τον εαυτό σου, να αντιλαμβάνεσαι και ν’ αναγνωρίζεις, τις επιθυμίες, τους φόβους, τις δυνατότητές σου και να χρησιμοποιείς αυτές τις πληροφορίες αποτελεσματικά, στο να ρυθμίζεις τη ζωή σου.
Ο Coleman στα βιβλία του «Κοινωνική Νοημοσύνη- η νέα επιστήμη των ανθρώπινων σχέσεων, 2006» και «Η συναισθηματική νοημοσύνη στο χώρο της εργασίας, 1999», ανέπτυξε τη θεωρία του Gardner και επικεντρώθηκε στους τύπους της ενδοπροσωπικής και διαπροσωπικής νοημοσύνης, τις οποίες και χαρακτήρισε με τον όρο συναισθηματική νοημοσύνη, την οποία και συνέδεσε άμεσα με την επιτυχία στους χώρους εργασίας. Στον πυρήνα αυτής της ικανότητας βρίσκονται δύο δεξιότητες: η ενσυναίσθηση που έχει να κάνει με το «διάβασμα» των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων, και οι κοινωνικές δεξιότητες οι οποίες επιτρέπουν τον επιδέξιο χειρισμό αυτών των συναισθημάτων.
Κυρίαρχη έννοια στη συναισθηματική νοημοσύνη και την ψυχοκοινωνική επάρκεια αποτελεί η έννοια του εαυτού (self-concept). Αν και υπάρχει ασάφεια στον ακριβή προσδιορισμό της, εξαιτίας του πολυσύνθετου περιεχομένου της, στο χώρο της ψυχολογικής έρευνας όλοι συμφωνούν για τις γνωστικές, συναισθηματικές και συμπεριφορικές της πτυχές. Κατά γενική ομολογία η έννοια αυτή ταυτίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και συνίσταται από δύο βασικά συστατικά που είναι η αυτοαντίληψη (self-perception) ή αυτοεικόνα (self-image) και η αυτοεκτίμηση (self-esteem).
Η αυτοαντίληψη είναι η γνωστική πλευρά της έννοιας του εαυτού και περιλαμβάνει τις απόψεις και τις πεποιθήσεις που έχει το άτομο για τον εαυτό του. Η αυτοεκτίμηση είναι η συναισθηματική πλευρά και φανερώνει το βαθμό που αποδέχεται και επιδοκιμάζει κάποιος τον εαυτό του και τον θεωρεί αξιέπαινο, είτε απόλυτα είτε σε σύγκριση με τους άλλους. Υπάρχει επομένως στενή σχέση ανάμεσα στην αυτοαντίληψη και την αυτοεκτίμηση, αφού η αυτοαντίληψη εκφράζει τις απόψεις μας για τον εαυτό μας ενώ η αυτοεκτίμηση αξιολογεί τις απόψεις αυτές.
Ο όρος αυτοεκτίμηση εκφράζει τη θετική ή αρνητική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Η αυτοεκτίμηση αναφέρεται τόσο σε μια γενική αυτοαξιολόγηση όσο και σε αξιολόγηση επιμέρους δεξιοτήτων μας. Το αποτέλεσμα της αξιολόγησης καθορίζει τη στάση απέναντι στον εαυτό μας. Αν έχουμε υψηλή αυτοεκτίμηση νιώθουμε ότι «αξίζουμε» σαν άτομα. Το αντίθετο συμβαίνει όταν έχουμε χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Βασικά στοιχεία που επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση είναι όχι μόνο οι επιτυχίες και τα επιτεύγματα του ατόμου αλλά και τα θετικά αξιολογικά μηνύματα που δέχεται από τα άτομα του οικείου ή ευρύτερου περιβάλλοντός του (σημαντικοί άλλοι). Οι προσωπικές μας αξιολογήσεις και επιδιώξεις, όπως επίσης και οι αξιολογήσεις που δεχόμαστε από τους άλλους χρωματίζουν τις πράξεις μας ως επιτυχίες ή αποτυχίες και επηρεάζουν καθοριστικά το βαθμό της αυτοεκτίμησής μας
Ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθηση υπάρχουν σχέσεις αλληλεπίδρασης. Το άτομο με αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα επικοινωνεί με αμεσότητα και με ειλικρίνεια με τους άλλους, επειδή εκφράζει τα συναισθήματά του και προασπίζει τα δικαιώματά του σεβόμενο όμως και τα δικαιώματα των άλλων, προάγει τον αυτοσεβασμό και την προσωπική του αξία. Ταυτόχρονα βέβαια με αυτή τη συμπεριφορά κερδίζει την αποδοχή και το σεβασμό των άλλων, με αποτέλεσμα να τονώνεται και να ενισχύεται η αυτοεκτίμησή του.
Ένα παιδί με μειωμένη αυτό εκτίμηση και αυτοπεποίθηση είναι βέβαιο ότι θα είναι ένας μαθητής και μια μαθήτρια που θα αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες, όπως όμως και αντίστροφα σ’ έναν μαθητή και μαθήτρια που υπάρχουν δυσκολίες μάθησης, τόσο θα μειώνονται η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμησή του/της. 
Thessaloniki Time








































Feed